http://www.analogion.net

Οἰκουμενισμός

 

ΚΑΣΤΡΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Τὸ Αἴγιον ἀνθίσταται

τοῦ Πρωτοπρ. π. Θεοδώρου Ζήση,
Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Στὸν Ὀρθόδοξο Τύπο, τ. 1645, 2/6/2006, σ. 1, βρίσκουμε τὸ προαναφερθὲν ἄρθρο τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση τὸ ὁποῖο καὶ ἀντιγράφουμε ἐνταῦθα.

 

Τὸ παρακάτω κείμενο, μετατράπηκε σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφή, μέσῳ προγράμματος ἀναγνωρίσεως χαρακτήρων.
Γιὰ αὐτό, παρακαλοῦμε νὰ μᾶς συγχωρήσετε γιὰ τὸ μονοτονικό, καὶ γιὰ ὅποιες ἀβλεψίες μας καὶ ὀρθογραφικὰ λάθη. Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μας.

 

ΗΑΛΩΣΗ της Κωνσταντινουπόλεως από τους αλλόθρησκους Τούρκους το 1453, όσο οδυνηρή καί αν ήταν για το Γένος, υπέκρυπτε βαθειά πνευματική διάσταση, αποτελούσε συμφέρουσα παιδαγωγία. Κατά τους τελευταίους αιώνες, μετά το σχίσμα καί τίς σταυροφορίες, το Βυζάντιο, πιεζόμενο καί εξασθενούμενο, έχασε τον πνευματικό προσανατολισμό καί την ηθική του ακμή. Επρόδωοε την πίστη καί τίς παραδόσεις του στην συνεπαφή καί στον διάλογο με την λατινική Δύση, την οποία άρχισε να ακολουθεί καί στην εξαχρείωση των ηθών, στην υλόφρονα καί σαρκική συμπεριφορά κλήρου καί λαού.

Θλίβεται κανείς, όταν διαβάζει την περιγραφή της ηθικής καταπτώσεως πού μας άφησε ο μεγάλος διδάσκαλος Ιωσήφ Βρυέννιος, λίγα χρόνια πρίν από την άλωση, προειδοποιώντας για την παιδαγωγική επέμβαση του Θεού. Σύμφωνα επίσης με ερμηνεία οράματος πού είδε ο Μωάμεθ, την οποία ερμηνεία μετά από προσευχή έδωσε στον κατακτητή ο μοναχός τότε καί κατόπιν πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, καί μόνο πέντε αληθινοί Χριστιανοί αν είχαν παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη, ο Θεός δεν θα επέτρεπε να την καταλάβει. Πρίν πέσουν τα υλικά κάστρα, είχαν πέσει τα πνευματικά, ιδιαίτερα μάλιστα με την συγκρητιστική καί οικουμενιστική λειτουργία Ορθοδόξων καί Παπικών στίς 12 Δεκεμβρίου του 1452 στον μεγαλοπρεπή ναό της Αγίας Σοφίας, ο οποίος έτσι έπαυσε να εκφράζει την ταυτότητα, το είναι των Ορθοδόξων, πού τον εγκατέλειψαν ως μολυσμένο μέχρι την τελευταία λειτουργία - αγρυπνία την παραμονή της αλώσεως.

Η κατάσταση τώρα πνευματικά είναι πολύ χειρότερη από αυτήν, πού περιέγραψε ο Ιωσήφ Βρυέννιρς τότε, καί στον χώρο του δόγματος καί στον χώρο του ήθους. Ούτε ένας επίσκοπος δεν αντιδρά δυναμικά στην παναίρεση του Οικουμενισμού, καί η Αγία Ίερωσύνη εξευτελίζεται στα πρόσωπα Σοδομιτών καί ομοφυλοφίλων, ενώ το εκκλησιαστικό πλήρωμα ακολουθεί στην πλειονότητα του τους οικουμενιστάς καί εκκοσμικευμένους κληρικούς, πορεύεται ακαθοδήγητο στα στόματα των λύκων, ως ποίμνη μη έχουσα ποιμένας. Όσοι ελάχιστοι αντιδρούν καί ανθίστανται συκοφαντούνται συστηματικά καί απομονώνονται, για να μη ακούγεται ούτε να επηρεάζει η φωνή τους.

Αλλά ζή Κύριος. Σιγά - σιγά αναδεικνύεται καί ζωνταντεύει καί η άλλη όψη της εικόνος. Δεν υπάρχουν μόνον χαλαστές των κάστρων αλλά καί θαρραλέοι καστροφύλακες. Περιμέναμε ότι στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων καί Αιγιαλείας, της οποίας ο επίσκοπος προ ετών εβλασφήμησε το Άγιο Πνεύμα καί αγνόησε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής καί των Αγίων Πατέρων, πράττει δε ευκαίρως ακαίρως το πάν για την εκκλησιολογική νομιμοποίηση του Παπισμού, περιμέναμε λοιπόν ότι θα υπήρχε αντίδραση, ελπίζαμε ότι δεν απονεκρώθηκε παντελώς η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, ότι το ορθόδοξο ποίμνιο δεν είναι άλογο, αλλά λογικό. Η παραχώρηση ορθοδόξου ναού σε παπικούς, πού μελετούσε να πράξει ο επίσκοπος, έδωσε την αφορμή σε κληρικούς καί λαϊκούς να αντιδράσουν. Τα κείμενα διαμαρτυρίας του αρχιμανδρίτου π. Κωνσταντίνου Παλαιολογοπούλου καί του Θεολόγου εκπαιδευτικού Π. Σημάτη εκφράζουν την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, είναι κείμενα της αλήθειας, καί για τον λόγο αυτό κείμενα της αληθινής Εκκλησίας.

Η εξουσιαστική αντιμετώπιση των αντιδράσεων εκ μέρους του μητροπολίτου καί ο αφορισμός σε πρώτη φάση του λαϊκού θεολόγου Π. Σημάτη, πιθανόν καί η ετοιμαζόμενη δίωξη του π. Κωνσταντίνου, πνευματικά καί εκκλησιολογικά είναι άκυρα καί ανυπόστατα. «Ένοχος ένοχον ου ποιεί»· στην διαχρονική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ο οικουμενιστής καί λατινόφρων επίσκοπος είναι καθηρημένος, εφ' όσον δεν ανεκάλεσε τίς πλάνες του καί δεν μετενόησε, έστω καί αν ομόφρονες συνεπίσκοποι ή δειλιώντες άλλοι δεν τον εκάλεσαν σε απολογία καί δεν έλαβαν τα προσήκοντα κανονικά μέτρα. Ο Θεός δεν επικυρώνει τίς αποφάσεις των επισκόπων, όταν δεν λαμβάνονται «κατά θείαν κρίσιν» αλλά «κατά το ίδιον θέλημα», όπως λέγει ό Άγιος Μάξιμος Όμολογητής [Σχόλια εις τα του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας 7, PG 4, 181B].

Εμείς εκφράζουμε την χαρά πολλών για την εμφάνιση νέων αγωνιστών της Ορθοδοξίας. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι κεκρυμμένοι καί νυκτερινοί δια τον φόβον των αρχιερέων. Κατακλείουμε με όσα λέγει ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης για τίς άδικες καθαιρέσεις καί τους άδικους αφορισμούς, εκφράζοντας την σύμφωνη καί ομόφωνη πατερική παράδοση: «Όποιος καθαιρεθή δια φθόνον ή άλλην άδικον αιτίαν, αυτός εις μεν τον εαυτόν του προξενεί μισθόν, μεγαλύτερον από τον της Ιερωσύνης, όθεν καί πρέπει να χαίρη καί όχι να λυπήται, εις δε τους αδίκως αυτόν καθήραντας προξενεί κόλασιν... Καί όσοι αδίκως αφορισθούν δια το όνομα του Θεού, ήτοι ή δια την πίστιν ή δια τάς παραδόσεις της Εκκλησίας ή καί δια την εντολήν του Χριστού, ούτοι πρέπει να χαίρουν, επειδή καί είναι μακαρισμού άξιοι, κατά τον λόνον του Κυρίου, όστις είπε· "Μακάριοί εστε, όταν μισήσωσιν υμάς οι άνθρωποι, και όταν αφορίσωσιν υμάς και ονειδίσωσι και εκβάλωσι το όνομα υμών ως πονηρόν, ένεκα του Υιού του ανθρώπου"» [Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Πηδάλιον, σελ. 30 και 35-36].