
|
τὸ ἀντιγράψαμε ἀπὸ τὴν σελίδα: * * *
Στό
ἐξωτερικό
ἀρχονταρίκι
τοῦ
κελιοῦ
του
ὁ
Γέροντας Παΐσιος
ἄκουγε
πονεμένους καί μπερδεμένους
ἀνθρώπους
καί σπάραζε
ἤ
καρδιά του.
Ἤθελε
νά τούς βοηθήσει οὐσιαστικά,
ἀρχίζοντας
μέ τή διδασκαλία κι
ἐπισφραγίζοντας
τήν προσπάθεια μέ θερμή προσευχή τό βράδυ. Γνώριζε πολύ καλά
ὅτι
ὁ
ἴδιος
δέν μποροῦσε
νά βοηθήσει κανέναν, πίστευε,
ὅμως,
ὅτι
ὁ
Θεός
ὅλα
μπορεῖ
νά τά κάνει, γιά αὐτό
καί προσευχόταν μέ πόνο.
Τό
ἔργο
του
ἦταν
δύσκολο, γιατί συναντοῦσε
τήν
ἀντίδραση
τοῦ
διαβόλου.
Ὅ
Γέροντας εἶχε
διαπιστώσει πολλές φορές
ὅτι
ὁ
διάβολος μέ λύσσα πολεμοῦσε
τό πνευματικό του
ἔργο.
Κάποτε εἶχαν
πάει στό καλύβι του
δύο
ἄνθρωποι,
ποῦ
ἀντιμετώπιζαν
σοβαρά προσωπικά προβλήματα.
Ὅ
Γέροντας τούς
ἄκουσε
μέ προσοχή καί
ἄρχισε
νά τούς
ἀναφέρει
διάφορα παραδείγματα, προκειμένου νά τονώσει τήν πίστη τους στό Θεό.
Ἔβλεπε
ὅτι
οἵ
ἄνθρωποι
αὐτοί
διψοῦσαν
νά τόν
ἀκούσουν.
Ὅταν
ἤ
συζήτηση εἶχε
φτάσει στό «εὐαίσθητο
σημεῖο»,
ἐμφανίστηκε
στό σύρμα τοῦ
φράχτη μία
ὁμάδα
ἐπισκεπτῶν.
Ὅ
Γέροντας διέκοψε, γιά νά τούς χαιρετήσει καί νά τούς
ὁδηγήσει
σέ κάποιο σημεῖο
τῆς
αὐλῆς
τοῦ
κελιοῦ.
Ξαναπῆγε
κοντά τους στούς δύο
ἀδελφούς
γιά
ὁλοκληρώσει
τή σκέψη του. Δέν πέρασαν δύο λεπτά καί
ἀκούστηκε
μία φωνή
ἀπ'
τήν κάτω πόρτα τῆς
αὐλῆς:
-Πάτερ,
ἀπό
ποῦ
θά μποῦμε;
Ἦταν
μία
ἄλλη
παρέα. 'Ὁ
Γέροντας τούς
ἀπάντησε:
Ἐλᾶτε
ἀπό
πάνω. Πάρτε λουκούμια καί νερό καί καθίστε.
Ὅ
Γέροντας εἶχε
χάσει τόν εἱρμό
τῶν
σκέψεών του.
Ἄρχισε
πάλι
ἀπ'
τήν
ἀρχή.
Οἱ
συνεχεῖς
διακοπές τόν πίεζαν κι
ἐνίωθε
ἄσχημα.
Δέν μποροῦσε
νά φτάσει στό δίδαγμα, ποῦ
ἤθελε
νά προσφέρει στούς δύο συνομιλητές του.
Ἑφτά
φορές τόν διέκοψαν διάφοροι
ἐπισκέπτες.
Τελικά
ἀναγκάστηκε
νά βάλει δύο φρουρούς
ἀπ'
τούς
ἴδιους
τους
ἐπισκέπτες.
Πῆρε
ἕναν
ἀπ'
τό χέρι καί τοῦ
εἶπε
. Νά σταματάει τούς
ἐπισκέπτες
ποῦ
θά
ἔρχονταν,
λέγοντάς τους,
ὅτι
πρέπει νά
ἔχουν
ὑπομονή
καί νά περιμένουν. Τό
ἴδιο
εἶπε
καί σέ κάποιον
ἄλλο,
ποῦ
τόν τοποθέτησε στήν
ἐπάνω
πόρτα.
Ἔτσι
ὁ
Γέροντας μετά
ἀπό
ἀρκετή
ὥρα
κατάφερε νά τελειώσει τή συζήτηση μέ τούς δύο πονεμένους
ἀδελφούς.
Ὅταν
τούς
ἀποχαιρετοῦσε,
τούς
ἐξήγησε
τί εἶχε
συμβεῖ:
-Ἔβλεπε
ὁ
διάβολος,
ἀδελφοί,
ὅτι
ὁ
Θεός σᾶς
ἔστειλε
ἐδῶ,
γιά νά τονωθεῖτε,
πνευματικά καί δέν τό
ἄντεχε.
Τό
ἔκανε
ἀπ'
ἐδῶ,
τό
ἔκανε
ἀπ'
ἐκεῖ
κι
ἔστειλε
ὅλους
τους
ἐπισκέπτες
μαζεμένους, γιά νά μέ διακόπτουν καί νά μή μπορέσω νά σᾶς
βοηθήσω. "Ἄς
εἶναι
ὅμως.
Ἄντε
νά πάτε στήν εὐχή
τῆς
Παναγίας.
Ὅ
Γέροντας
ἐνίωθε
ἱκανοποίηση,
πού βοήθησε τούς δύο
ἀδελφούς,
καί
ἄρχισε
νά μετράει τούς
ἐπισκέπτες,
ποῦ
ἤδη
εἶχαν
μαζευτεῖ.
Ἦταν
πολλοί. Ξεπερνοῦσαν
τούς τριάντα. Τούς εἶπε
νά μαζευτοῦν
ὅλοι
στό
ὑπαίθριο
ἀρχονταρίκι,
γιά νά τούς κεράσει. Μετά κάθισε κι αὐτός
κοντά τους καί
ἀφοῦ
τούς
ἔριξε
μία ματιά, κατέβασε τό κεφάλι του καί περίμενε.
Ἕνας
ἀπ'
τούς
ἐπισκέπτες
ἄνοιξε
τήν κουβέντα:
-Γέροντα, δέν μᾶς
λέτε κάτι, γιά τό διάβολο,
ὁ
ὅποιος
τόσο μᾶς
ταλαιπωρεῖ
καί μᾶς
ἀπομακρύνει
ἀπ'
τό Θεό;
-Γιά τό διάβολο νά μιλήσουμε
ἤ
γιά τούς
ἀγγέλους;
Ἐγώ,
βέβαια, δέν ξέρω γιά τούς
ἀγγέλους.
Γιά τό διάβολο,
ὅμως,
μπορῶ
νά σᾶς
πῶ
δύο
Ἱστορίες.
Ὅ
Γέροντας περίμενε λίγο νά πιοῦν
τό νερό καί οἴ
ἄλλοι
καί
ἄρχισε:
-Ὅταν
ἤμουν
στό μοναστήρι τοῦ
Στομίου στήν Κόνιτσα,
ὁ
διάβολος προσπαθοῦσε
νά μέ παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους.
Ἕνα
βράδυ, μετά τό
ἀπόδειπνο,
ἔλεγα
τήν εὐχή
στό κελί καθισμένος σ'
ἕνα
σκαμνί. Εἶχα
μία καλή κατάσταση. Ξαφνικά
ἀκούω
διάφορα
ὄργανα,
κλαρίνα καί νταούλια. Παραξενεύτηκα. «Τί εἶναι
τοῦτα
πάλι», εἶπα.
«Τό πανηγύρι πέρασε. Ποιοί παίζουν τώρα
ὄργανα
ἐκεῖ
στόν ξενώνα;». Σηκώθηκα
ἀπ'
τό σκαμνί καί κοίταξα
ἀπ'
τό παράθυρο
ἔξω.
Ἦταν
παντοῦ
ἡσυχία.
Τότε κατάλαβα
ὅτι
ὁ
διάβολος
ἤθελε
νά διακόψω τήν προσευχή.
—Ακούγονταν καθαρά τά
ὄργανα,
Γέροντα, ρώτησε
ἕνας
ἀπ'
τήν παρέα. Μήπως νομίσατε
ὅτι
κάτι
ἀκούγονταν;
-Τί λές, βρέ παλικάρι;
Ἄκουγα
τά
ὄργανα,
ὅπως
ἀκούγονται
καί στό πανηγύρι στίς 8 Σεπτεμβρίου. Εἶχαν
ὄρεξη
οἵ
ὀργανοπαῖχτες
τοῦ
διαβόλου.
Ἀντηχοῦσαν
οἴ
ρεματιές.
-Μετά, Γέροντα,
ἡσυχάσατε;
Σταμάτησαν οἴ
πειρασμοί;
—Όχι.
Ὅ
διάβολος δέν
ἀπογοητεύεται
εὔκολα.
Ἐγώ
ξανακάθισα στό σκαμνί, γιά νά συνεχίσω τήν εὐχή.
Προσπάθησα νά συγκεντρωθῶ,
ἄλλα
δέν μέ
ἄφησε.
Μετά
ἀπό
λίγη
ὥρα
γέμισε τό κελί μου μέ δυνατό φῶς.
Ξαφνιάστηκα πάλι. Εἶδα
ἀκόμα
τήν
ὀροφή
νά
ἐξαφανίζεται
καί νά μπαίνει στό κελί μία φωτεινή στήλη, ποῦ
ξεκινοῦσε
ἀπ'
τό
ὕψος
τοῦ
οὐρανοῦ.
Στή κορυφή αὐτῆς
τῆς
στήλης
ὑπῆρχε
ἕνας
ξανθός νέος, ποῦ
ἐμοίαζε
μέ τό Χριστό. Δέν
ἔβλεπα,
ὅμως,
ὁλόκληρο
τό πρόσωπό του. Σηκώθηκα
ἀπ'
τό σκαμνί, γιά νά δῶ
καλύτερα.
Ἐκείνη
τή στιγμή μία
ἐσωτερική
φωνή μέ διαβεβαίωνε
ὅτι
εἶδα
τό Χριστό.
Ἐγώ
ἀντέδρασα
ἀμέσως.
Ἔκανα
τό σταυρό μου καί μονολόγησα: «Ποιός εἶμαι
ἐγώ,
ποῦ
ἀξιώθηκα
νά δῶ
τό Χριστό;
Ἐγώ
εἶμαι
ἀνάξιος».
Αὐτό
ἦταν.
Τό φῶς
καί
ὁ
δῆθεν
Χριστός χάθηκαν.
Ἤ
ὀροφή
ἦταν
στή θέση της.
-Αὐτές
οἴ
καταστάσεις δέν προκαλοῦν
φόβο, Γέροντα; Νομίζω
ὅτι
ἐγώ
προσωπικά δέν θ'
ἄντεχα,
εἶπε
ἕνας
ἄλλος.
-Τί νά
ἔκανα;
Μποροῦσα
νά τόν
ἀποφύγω
τόν διάβολο;
Ὅμως,
πρέπει νά ξέρετε
ὅτι
χρειάζεται θάρρος καί προσευχή. Μή νομίζετε
ὅτι
ὁ
διάβολος εἶναι
πολύ δυνατός. Δειλός καί φοβητσιάρης εἶναι. Δέν πρέπει, ὅμως, νά τόν πιστεύουμε. Τί νά σᾶς πῶ! Κάποτε προθυμοποιήθηκε νά μ' ἐξυπηρετήσει. Θυμᾶμαι, ποῦ ὅταν ἔφυγα ἀπ' τό Στόμιο καί πῆγα στό Σινά, στό ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης, ὁ διάβολος συχνά μ' ἐνοχλοῦσε. Ἐκεῖ τό κελλάκι εἶχε τέσσερα σκαλάκια καί πιό πέρα ὑπῆρχαν διάφορες σπηλιές. Ὅταν εἶχε ἀστροφεγγιά, μοῦ ἄρεσε νά βγαίνω ἔξω καί νά τρυπώνω σέ κάποια σπηλιά, γιά νά κάνω τήν προσευχή μου πιό ἔντονη; Μία φορά λοιπόν φόρεσα τήν κάπα μου καί βγῆκα ἔξω. Δέν εἶχε πολύ φῶς. Εἶχα ἕνα τσακμάκι καί τό ἀναβόσβηνα, γιά νά βλέπω τά σκαλοπάτια καί τά βράχια Κάποια στιγμή τό τσακμάκι δέν ἄναβε. Τότε ἕνα δυνατό φῶς, σάν νά ἦταν ἀπό προβολέα, ἦρθε ἀπ' τόν ἀπέναντι βράχο καί φώτισε τά πάντα γύρω. Ἐγώ ἀγρίεψα λίγο καί ψιθύρισα: «Νά μοῦ λείψουν τέτοια φῶτα». Καί ἀμέσως ξαναμπῆ |