Πνευματικὴ (κατὰ Χριστὸν) ζωή

Ὁ Προβολέας τοῦ Διαβόλου
Γέρων Παΐσιος

 

τὸ ἀντιγράψαμε ἀπὸ τὴν σελίδα:
Ὀρθοδοξία -
rel.gr
http://www.rel.gr/index.php?rpage=paisios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=15
καὶ τὸ μετατρέψαμε σὲ πολυτονικὸ μέσῳ προγράμματος.

*    *    *

Στό ξωτερικό ρχονταρίκι το κελιο του Γέροντας Παΐσιος κουγε πονεμένους καί μπερδεμένους νθρώπους καί σπάραζε καρδιά του. θελε νά τούς βοηθήσει οσιαστικά, ρχίζοντας μέ τή διδασκαλία κι πισφραγίζοντας τήν προσπάθεια μέ θερμή προσευχή τό βράδυ. Γνώριζε πολύ καλά τι  ὁ διος δέν μποροσε νά βοηθήσει κανέναν, πίστευε, μως, τι  ὁ Θεός λα μπορε νά τά κάνει, γιά ατό καί προσευχόταν μέ πόνο.

Τό ργο του ταν δύσκολο, γιατί συναντοσε τήν ντίδραση το διαβόλου. Γέροντας εχε διαπιστώσει πολλές φορές τι  ὁ διάβολος μέ λύσσα πολεμοσε τό πνευματικό του ργο.

Κάποτε εχαν πάει στό καλύβι του δύο νθρωποι, πο ντιμετώπιζαν σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Γέροντας τούς κουσε μέ προσοχή καί ρχισε νά τούς ναφέρει διάφορα παραδείγματα, προκειμένου νά τονώσει τήν πίστη τους στό Θεό. βλεπε τι ο νθρωποι ατοί διψοσαν νά τόν κούσουν.

ταν συζήτηση εχε φτάσει στό «εαίσθητο σημεο», μφανίστηκε στό σύρμα το φράχτη μία μάδα πισκεπτν. Γέροντας διέκοψε, γιά νά τούς χαιρετήσει καί νά τούς δηγήσει σέ κάποιο σημεο τς αλς το κελιο. Ξαναπγε κοντά τους στούς δύο δελφούς γιά λοκληρώσει τή σκέψη του. Δέν πέρασαν δύο λεπτά καί κούστηκε μία φωνή π' τήν κάτω πόρτα τς αλς:

-Πάτερ, πό πο θά μπομε;

ταν μία λλη παρέα. ' Γέροντας τούς πάντησε:

λτε πό πάνω. Πάρτε λουκούμια καί νερό καί καθίστε.

Γέροντας εχε χάσει τόν ερμό τν σκέψεών του. ρχισε πάλι π' τήν ρχή. Ο συνεχες διακοπές τόν πίεζαν κι νίωθε σχημα. Δέν μποροσε νά φτάσει στό δίδαγμα, πο θελε νά προσφέρει στούς δύο συνομιλητές του. φτά φορές τόν διέκοψαν διάφοροι πισκέπτες. Τελικά ναγκάστηκε νά βάλει δύο φρουρούς π' τούς διους τους πισκέπτες. Πρε ναν π' τό χέρι καί το επε . Νά σταματάει τούς πισκέπτες πο θά ρχονταν, λέγοντάς τους, τι πρέπει νά χουν πομονή καί νά περιμένουν. Τό διο επε καί σέ κάποιον λλο, πο τόν τοποθέτησε στήν πάνω πόρτα. τσι  ὁ Γέροντας μετά πό ρκετή ρα κατάφερε νά τελειώσει τή συζήτηση μέ τούς δύο πονεμένους δελφούς. ταν τούς ποχαιρετοσε, τούς ξήγησε τί εχε συμβε:

-βλεπε  ὁ διάβολος, δελφοί, τι  ὁ Θεός σς στειλε δ, γιά νά τονωθετε, πνευματικά καί δέν τό ντεχε. Τό κανε π' δ, τό κανε π' κε κι στειλε λους τους πισκέπτες μαζεμένους, γιά νά μέ διακόπτουν καί νά μή μπορέσω νά σς βοηθήσω. "ς εναι μως. ντε νά πάτε στήν εχή τς Παναγίας.

Γέροντας νίωθε κανοποίηση, πού βοήθησε τούς δύο δελφούς, καί ρχισε νά μετράει τούς πισκέπτες, πο δη εχαν μαζευτε. ταν πολλοί. Ξεπερνοσαν τούς τριάντα. Τούς επε νά μαζευτον λοι στό παίθριο ρχονταρίκι, γιά νά τούς κεράσει. Μετά κάθισε κι ατός κοντά τους καί φο τούς ριξε μία ματιά, κατέβασε τό κεφάλι του καί περίμενε. νας π' τούς πισκέπτες νοιξε τήν κουβέντα:

-Γέροντα, δέν μς λέτε κάτι, γιά τό διάβολο,  ὁ ποιος τόσο μς ταλαιπωρε καί μς πομακρύνει π' τό Θεό;

-Γιά τό διάβολο νά μιλήσουμε γιά τούς γγέλους; γώ, βέβαια, δέν ξέρω γιά τούς γγέλους. Γιά τό διάβολο, μως, μπορ νά σς π δύο στορίες.

Γέροντας περίμενε λίγο νά πιον τό νερό καί ο λλοι καί ρχισε:

-ταν μουν στό μοναστήρι το Στομίου στήν Κόνιτσα,  ὁ διάβολος προσπαθοσε νά μέ παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους. να βράδυ, μετά τό πόδειπνο, λεγα τήν εχή στό κελί καθισμένος σ' να σκαμνί. Εχα μία καλή κατάσταση. Ξαφνικά κούω διάφορα ργανα, κλαρίνα καί νταούλια. Παραξενεύτηκα. «Τί εναι τοτα πάλι», επα. «Τό πανηγύρι πέρασε. Ποιοί παίζουν τώρα ργανα κε στόν ξενώνα;». Σηκώθηκα π' τό σκαμνί καί κοίταξα π' τό παράθυρο ξω. ταν παντο συχία. Τότε κατάλαβα τι  ὁ διάβολος θελε νά διακόψω τήν προσευχή.

—Ακούγονταν καθαρά τά ργανα, Γέροντα, ρώτησε νας π' τήν παρέα. Μήπως νομίσατε τι κάτι κούγονταν;

-Τί λές, βρέ παλικάρι; κουγα τά ργανα, πως κούγονται καί στό πανηγύρι στίς 8 Σεπτεμβρίου. Εχαν ρεξη ο ργανοπαχτες το διαβόλου. ντηχοσαν ο ρεματιές.

-Μετά, Γέροντα, συχάσατε; Σταμάτησαν ο πειρασμοί;

—Όχι. διάβολος δέν πογοητεύεται εκολα. γώ ξανακάθισα στό σκαμνί, γιά νά συνεχίσω τήν εχή. Προσπάθησα νά συγκεντρωθ, λλα δέν μέ φησε. Μετά πό λίγη ρα γέμισε τό κελί μου μέ δυνατό φς. Ξαφνιάστηκα πάλι. Εδα κόμα τήν ροφή νά ξαφανίζεται καί νά μπαίνει στό κελί μία φωτεινή στήλη, πο ξεκινοσε π' τό ψος το ορανο. Στή κορυφή ατς τς στήλης πρχε νας ξανθός νέος, πο μοίαζε μέ τό Χριστό. Δέν βλεπα, μως, λόκληρο τό πρόσωπό του. Σηκώθηκα π' τό σκαμνί, γιά νά δ καλύτερα. κείνη τή στιγμή μία σωτερική φωνή μέ διαβεβαίωνε τι εδα τό Χριστό. γώ ντέδρασα μέσως. κανα τό σταυρό μου καί μονολόγησα: «Ποιός εμαι γώ, πο ξιώθηκα νά δ τό Χριστό; γώ εμαι νάξιος». Ατό ταν. Τό φς καί  ὁ δθεν Χριστός χάθηκαν. ροφή ταν στή θέση της.

τές ο καταστάσεις δέν προκαλον φόβο, Γέροντα; Νομίζω τι γώ προσωπικά δέν θ' ντεχα, επε νας λλος.

-Τί νά κανα; Μποροσα νά τόν ποφύγω τόν διάβολο; μως, πρέπει νά ξέρετε τι χρειάζεται θάρρος καί προσευχή. Μή νομίζετε τι  ὁ διάβολος εναι πολύ δυνατός. Δειλός καί φοβητσιάρης εναι.

Δέν πρέπει, μως, νά τόν πιστεύουμε. Τί νά σς π! Κάποτε προθυμοποιήθηκε νά μ' ξυπηρετήσει. Θυμμαι, πο ταν φυγα π' τό Στόμιο καί πγα στό Σινά, στό σκητήριο τς γίας πιστήμης,  ὁ διάβολος συχνά μ' νοχλοσε. κε τό κελλάκι εχε τέσσερα σκαλάκια καί πιό πέρα πρχαν διάφορες σπηλιές. ταν εχε στροφεγγιά, μο ρεσε νά βγαίνω ξω καί νά τρυπώνω σέ κάποια σπηλιά, γιά νά κάνω τήν προσευχή μου πιό ντονη; Μία φορά λοιπόν φόρεσα τήν κάπα μου καί βγκα ξω. Δέν εχε πολύ φς. Εχα να τσακμάκι καί τό ναβόσβηνα, γιά νά βλέπω τά σκαλοπάτια καί τά βράχια Κάποια στιγμή τό τσακμάκι δέν ναβε. Τότε να δυνατό φς, σάν νά ταν πό προβολέα, ρθε π' τόν πέναντι βράχο καί φώτισε τά πάντα γύρω. γώ γρίεψα λίγο καί ψιθύρισα: «Νά μο λείψουν τέτοια φτα». Καί μέσως ξαναμπ